Ατοπική δερματίτιδα: Υποχωρούν ή επιβαρύνονται τα συμπτώματα το καλοκαίρι;

Διαφοροποίηση στην επιδημιολογική εξέλιξη της ατοπικής δερματίτιδας κατά τους θερινούς μήνες παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, λόγω της έντονης κλιματικής κρίσης, καθώς και των ακραίων θερμοκρασιακών καταγραφών των πρόσφατων ετών.

Ανέκαθεν, η θερινή περίοδος χαρακτηριζόταν ως μια φάση υποχώρησης των συμπτωμάτων, εξαιτίας των θετικών ιδιοτήτων του ηλιακού φωτός. Εντούτοις, σύγχρονα επιστημονικά στοιχεία ανατρέπουν πλήρως τη συγκεκριμένη αντίληψη, αποδεικνύοντας έξαρση των συμπτωμάτων.

Η εμβάθυνση στις διαφοροποιημένες αυτές οικολογικές παραμέτρους και πληροφορίες κρίνεται επιβεβλημένη, προκειμένου το κοινό να αναδιαμορφώσει πλήρως το καθημερινό πλάνο περιποίησης του δέρματος, επιτυγχάνοντας τελικά τον έλεγχο των ενοχλήσεων κατά τη ζεστή εποχή.

«Η ατοπική δερματίτιδα ορίζεται ως μια επίμονη, φλεγμονώδης και υποτροπιάζουσα πάθηση του δέρματος, που φέρει ως κύρια χαρακτηριστικά τη βαριά ξηρότητα και τον κνησμό. Εμφανίζεται προπάντων στα παιδιά, αλλά ενίοτε συνεχίζεται ή πρωτοεκδηλώνεται στην ωριμότητα.

Η γένεση της διαταραχής βασίζεται σε πολλαπλούς παράγοντες. Προέρχεται από συνδυασμό κληρονομικών και εξωτερικών αιτιών, που αλλοιώνουν την άμυνα του δερματικού ιστού, προκαλώντας παθολογική αντίδραση του ανοσοποιητικού σε εξωγενή αντιγόνα. Οι έντονες κλιματικές ακρότητες επενεργούν στα συμπτώματα, εμφανίζοντας σημαντικές διακυμάνσεις ανά ασθενή», επισημαίνει ο Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος δρ Χρήστος Στάμου.

Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι ευνοούνται σαφώς από την ηλιακή έκθεση και τα τεχνητά μέσα UVR προσφέρονται για ίαση, για μια συγκεκριμένη μερίδα πασχόντων από ατοπική δερματίτιδα, η οποία αγγίζει ή και υπερβαίνει το 16%, η νόσος χειροτερεύει ή πυροδοτείται λόγω της λήψης υπεριώδους ακτινοβολίας.

Παρότι που η πλειονότητα ωφελούνται από την έκθεση στον ήλιο και τεχνητές πηγές υπεριώδους ακτινοβολίας (UVR) χρησιμοποιούνται θεραπευτικά, σε ένα ποσοστό ασθενών με ατοπική δερματίτιδα, που μπορεί να φτάνει το 16% ή να το ξεπερνά, η πάθηση επιδεινώνεται ή προκαλείται από την έκθεση σε αυτήν.

Φωτοευαίσθητη ατοπική δερματίτιδα

Αποτελεί μια εισέτι δυσδιάκριτη κλινική μορφή της νόσου με ελλιπή επιστημονική τεκμηρίωση, δεδομένου ότι το τρέχον ερευνητικό ενδιαφέρον γύρω από αυτήν παραμένει περιορισμένο.

Παρατηρείται πως προσβάλλει ασθενείς χωρίς ηλικιακές διακρίσεις, καταγωγής ή δερματικού τύπου, υποβαθμίζοντας αισθητά την καθημερινότητά τους. Η δερματοπάθεια εκδηλώνεται κατά κανόνα στα πρώτα χρόνια ζωής, εν αντιθέσει με τη φωτοευαισθησία η οποία προκύπτει αργότερα – κατά μέσο όρο στην ηλικία των 37 ετών. 

Ο γυναικείος πληθυσμός ασθενών υπερτερεί, εμφανίζοντας κυρίως αντίδραση στην ακτινοβολία UV-A και λιγότερο στις UV-B ή VIS. Εξαιτίας της διαρκούς χρήσης αντηλιακών και άλλων μέσων προστασίας  καταγράφεται πολύ τακτικά έλλειψη βιταμίνης D.

Μολονότι η βασική δερματοπάθεια παρουσιάζει συχνά κληρονομικό υπόβαθρο, η συγκεκριμένη παραλλαγή δεν φαίνεται να ακολουθεί αυτό το μοτίβο. Η αναγνώριση της ύπαρξη της πάθησης από το ίδιο το άτομο γίνεται εύκολα, μέσω της σαφούς έξαρσης των ενοχλήσεων κατά τους θερμούς μήνες, παράλληλα με την πλήρη ύφεση αυτών σε σημεία που καλύπτονται επαρκώς από την ηλιακή ακτινοβολία, παραδείγματος χάριν κάτω από ενδύματα ή διάφορα αξεσουάρ.

Ποια η επίδραση του ήλιου;

Η επαφή με το φως του ήλιου τις ζεστές ημέρες μπορεί να χειροτερέψει την ατοπική δερματίτιδα βάσει συγκεκριμένων οργανικών διεργασιών, με ορατές υποτροπές από ελάχιστα δευτερόλεπτα μέχρι εικοσιτετράωρα έπειτα από αυτήν.

Η συνεπαγόμενη αφυδάτωση του δέρματος μεγιστοποιεί την ευαισθησία στην υπεριώδη ακτινοβολία, πολλαπλασιάζοντας την απειλή εγκαυμάτων, τα οποία, σύμφωνα με την Αμερικανική Δερματολογική Ακαδημία, επιφέρουν ανεπανόρθωτες αλλοιώσεις και αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κακοήθειας.

Παράλληλα, η ζέστη και η έκκριση ιδρώτα κλιμακώνουν τη φαγούρα, προκαλώντας έντονο κνησμό που καταστρέφει την επιδερμική άμυνα και διευκολύνει τις δευτερογενείς λοιμώξεις.

Η συγκεκριμένη αντίδραση είναι πιθανό να ενταθεί επιπρόσθετα, εξαιτίας της χρήσης ορισμένων ιατρικών αγωγών.

Υπάρχουν τρόποι πρόληψης και θεραπείας;

Μολονότι στερείται οριστικής θεραπείας, η αποτροπή των υποτροπών και ο έλεγχος των κλινικών εκδηλώσεων είναι δυνατά.

Η κλινική διαχείριση του συγκεκριμένου φωτοευαίσθητου εκζέματος περιέχει επιτόπιες αλλά και γενικότερες προσεγγίσεις. Τοπικά, η δερματίτιδα και η φαγούρα περιορίζονται μέσω ελεγχόμενης εφαρμογής κορτιζόνης είτε εναλλακτικά με σκευάσματα αναστολέων καλσινευρίνης. Η χρήση ενυδατικών προϊόντων θεωρείται υποχρεωτική με σκοπό την αντιμετώπιση της έντονης ξηροδερμίας.

Για οξείες ή επίμονες εξάρσεις, επιλέγονται ανοσοκατασταλτικά χάπια ή ενέσιμα βιολογικές αγωγές, ύστερα από σχολαστική εξέταση της αναλογίας κέρδους και ρίσκου εξαιτίας ενδεχόμενων παρενεργειών. Επιπρόσθετα, η επιβλεπόμενη από ειδικό γιατρό φωτοθεραπεία πρόληψης την εαρινή περίοδο -με βαθμιαία αυξανόμενη επαφή με υπεριώδεις ακτίνες- μπορεί να θωρακίσει παροδικά την αντοχή του δέρματος στο ηλιακό φως, αν και η δράση εξασθενεί τον χειμώνα.

Ο έλεγχος της δερματίτιδας στη ζέστη προϋποθέτει κατάλληλο ρουχισμό και προστασία. Φαρδιά ενδύματα από φυσικά υλικά (βαμβακερά, λινά) πλεονεκτούν, επιτρέποντας τον επαρκή αερισμό και την εξάτμιση του ιδρώτα. Τα ανοιχτά χρώματα αντανακλούν τη θερμότητα, ενώ η αλλαγή ιδρωμένων ρούχων προλαμβάνει ερεθισμούς από εναπόθεση αλάτων στην επιδερμίδα. Τέλος, η αποφυγή του ήλιου σε σκιερά μέρη τις μεσημβρινές ώρες (10:00–16:00) μειώνει τη θερμική και φωτοευαίσθητη επιβάρυνση.

Στα κύρια μέτρα θωράκισης και ελέγχου ανήκει επίσης η χρήση αντηλιακών σκευασμάτων εκτεταμένης κάλυψης (SPF ≥30, αυξημένη προστασία UVA/UVB) με συχνή επάλειψη. 

Εξαιτίας της εντατικής αποφυγής του ήλιου, εντούτοις, υπάρχει έντονη πιθανότητα εμφάνισης έλλειψης βιταμίνης D, κατάσταση που επιβάλλει εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και λήψη κατάλληλων βιταμινών.

Για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης, συστήνεται η αξιοποίηση εύχρηστων συσκευών δροσισμού (ανεμιστήρες χειρός, ψυχρές κομπρέσες, κρύο νερό), με προσοχή όμως ώστε να αποφευχθεί η αφυδάτωση.

«Σχετικά με την κολύμβηση, τα άτομα που εμφανίζουν ατοπική δερματίτιδα οφείλουν να κατανοούν πως το θαλάσσιο νερό λειτουργεί ευεργετικά αλλά και επιβαρυντικά, με τις αντιδράσεις να διαφοροποιούνται ανάλογα με την περίπτωση. Συστατικά όπως μαγνήσιο, ασβέστιο και κάλιο τα οποία περιέχονται σε αυτό παρουσιάζουν κατασταλτικές και απολυμαντικές ιδιότητες, μειώνοντας τα βλαβερά μικρόβια και τις επιμολύνσεις. 

Επιπρόσθετα, το μαγνήσιο βοηθά στη συγκράτηση υγρασίας και αναδομεί τον αλλοιωμένο επιδερμικό φραγμό. Στον αντίποδα, το αυξημένο ποσοστό αλατότητας μπορεί να επιφέρει οξύ τσούξιμο, εφόσον υφίστανται εκδορές ή πληγές στο δέρμα καθώς και έντονη αφυδάτωση.

Οι πισίνες με χλώριο εξασφαλίζουν παρόμοια προστασία από μικροοργανισμούς. Ωστόσο, η μακρά παραμονή μέσα στο νερό στερεί από την επιδερμίδα τα απαραίτητα λιπαρά στοιχεία, ανεβάζοντας τα ποσοστά εμφάνισης δερματίτιδας στους τακτικούς χρήστες. Ο βαθμός της ενόχλησης σχετίζεται απόλυτα με την ορθή συντήρηση και αναλογία των απολυμαντικών ουσιών στον εκάστοτε χώρο. Υψηλής σπουδαιότητας θεωρείται το ντους έπειτα από το κολύμπι, για την εξάλειψη των ουσιών που επιδεινώνουν τον δερματικό ερεθισμό», καταλήγει ο δρ Στάμου.

 

 

dermadvance

Σχετικά με Χρήστος Στάμου

Ο Χρήστος Στάμου είναι Στρατιωτικός Ιατρός, Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος. Είναι Απόφοιτος του Ιατρικού Τμήματος της Στρατιωτικής Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ) του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Στην Συνέχεια Μετεκπαιδεύτηκε στην Αμερική (Βιρτζίνια -Μισσούρη) στον Ραδιοβιοχημικό Πόλεμο & σχεδίαση & αντιμετώπιση απωλειών υγείας. Συνέχισε στην Αυστρία (Γκράζ) σε θέματα Δερματοσκόπησης και Ογκολογίας του Δέρματος και ολοκλήρωσε στην Ελλάδα (Αττικό Νοσοκομείο) σε θέματα Ψωρίασης , Παιδοδερματολογίας και Φωτοδυναμικής θεραπείας. Είναι Επικεφαλής των 2 Ιατρείων της Dermadvance σε Αθήνα (Βασ.Σοφίας 115) και στον Κορυδαλλό (Ταξιαρχών 34). Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Ιατρό κατόπιν Ραντεβού στα τηλέφωνα των ιατρείων.

epanek