Dermadvance

Κοκκινίλα στο Πρόσωπο: Απλή ευαισθησία ή ροδόχρους ακμή;

Οι επιδερμίδες που ερεθίζονται εύκολα θεωρούνταν παλαιότερα ένα σπάνιο φαινόμενο, το οποίο εκδηλωνόταν αποκλειστικά σε ελάχιστες ομάδες ανθρώπων. Μολαταύτα, την τελευταία εικοσαετία, εμπεριστατωμένες μελέτες, διεξαχθείσες σε πλήθος γεωγραφικών περιοχών παγκοσμίως, αποδεικνύουν περίτρανα ότι η συγκεκριμένη κατηγορία αγγίζει πλέον τη γενικότερη πλειοψηφία των ανθρώπων.

Πολλοί υποθέτουν λανθασμένα ότι υποφέρουν από απλή δομική υπερευαισθησία, τη στιγμή που ουσιαστικά αντιμετωπίζουν μια επίμονη, σταδιακά επιδεινούμενη πάθηση, η οποία παίρνει σαφώς χειρότερη τροπή με τα χρόνια, εφόσον παραμένει δίχως κατάλληλη και εξειδικευμένη θεραπευτική αγωγή.

«Αποτελεί κοινό σφάλμα η ταύτιση αυτών των δύο κλινικών καταστάσεων, καθώς αμφότερες επιφέρουν εμφανή ερυθρότητα στην επιδερμίδα και έντονη αντίδραση κατά τη χρήση διαφόρων εξωτερικών καλλυντικών σκευασμάτων ή σαπουνιών. Παρά ταύτα, διαθέτουν εντελώς διαφορετικό μηχανισμό έκφρασης και χρήζουν ειδικής ιατρικής διαχείρισης», επισημαίνει ο Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος δρ Χρήστος Στάμου και εξηγεί τις διαφορές.

Ευαίσθητο δέρμα

Μελέτες που καταγράφουν τα ποσοστά εμφάνισης της δερματικής υπερευαισθησίας φανερώνουν ότι σχεδόν το 60-70% του γυναικείου και το 50-60% του ανδρικού πληθυσμού εμφανίζουν σχετικά συμπτώματα. 

Ο δερματικός ιστός παρουσιάζει έντονες αντιδράσεις έναντι ορισμένων εξωτερικών παραγόντων, στους οποίους κανονικά θα παρέμενε εντελώς ανεπηρέαστος. Αν και οι ενοχλήσεις αποτελούν καθαρά προσωπική αίσθηση, οι πάσχοντες εκδηλώνουν περιστασιακά ή αδιάκοπα, έντονη φαγούρα, αίσθημα καύσου, τσούξιμο και ξηρότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η εξωτερική όψη παραμένει υγιής, ενώ σε άλλες εκδηλώνεται ερύθημα. Αυτές οι αρνητικές εκδηλώσεις δεν συσχετίζονται με κάποια συγκεκριμένη ιατρική δερματολογική πάθηση.

Οι ερεθισμοί πυροδοτούνται από περιβαλλοντικά αίτια (όπως ηλιακή ακτινοβολία, θερμοκρασιακές μεταβολές), χημικά (παραδείγματος χάρη περιποίηση, περιβαλλοντική ρύπανση), ψυχογενή (όπως έντονο άγχος) ή ενδοκρινολογικά (όπως έμμηνος ρύση).

Η περιοχή του προσώπου παρουσιάζει συχνότερα ευπάθεια, καθώς δέχεται πληθώρα εξωτερικών σκευασμάτων συγκριτικά με τα υπόλοιπα σημεία, συμπεριλαμβανομένων σαπουνιών, μακιγιάζ ή αφρών περιποίησης. Επιπλέον, μένει απροστάτευτο, με αποτέλεσμα να υφίσταται άμεσα την επίδραση από ακραία καιρικά φαινόμενα, ατμοσφαιρικές διακυμάνσεις και λοιπούς περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Το γυναικείο φύλο υπερτερεί σε συχνότητα περιστατικών, φαινόμενο που εξηγείται λόγω της λεπτότερης υφής του δερματικού ιστού του συγκριτικά με το ανδρικό, των ορμονικών μεταβολών στην έμμηνο ρύση και τη μετεμμηνοπαυσιακή φάση, αλλά και της εκτεταμένης χρήσης χημικών μέσω προϊόντων φροντίδας προσώπου. 

Αυτή η διαφορά, εντούτοις, εξαλείφεται. Διεθνής δειγματοληψία κατέδειξε πως την τελευταία πενταετία οι ειδικοί ιατροί διαπιστώνουν σαφή άνοδο των περιστατικών σε άνδρες.

Ροδόχρους ακμή

Αντιθέτως, η ροδόχρους νόσος αποτελεί μια μακροχρόνια δερματοπάθεια η οποία εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στη μεσαία ζώνη του προσώπου, εμφανίζοντας περιόδους έξαρσης και ύφεσης. Δύναται να εκδηλωθεί σε κάθε φάση της ζωής, συνήθως όμως μετά την τρίτη δεκαετία, ως ξαφνικό κοκκίνισμα στις παρειές, τη ρινική περιοχή, το πηγούνι και το μέτωπο. Καταγραφές φανερώνουν ότι με την πάροδο του χρόνου το ερύθημα γίνεται βαθύτερο, μονιμότερο, παρουσιάζοντας διατεταμένα τριχοειδή αγγεία και μικροσκοπικές βλατίδες.

Αν απουσιάζει η ιατρική παρέμβαση, ενδέχεται να σχηματιστούν φλεγμονώδεις οζίδια. Σε βαριές μορφές – κυρίως στον ανδρικό πληθυσμό – η μύτη διογκώνεται και αλλοιώνεται η μορφολογία της. Στους μισούς πάσχοντες απαιτείται και οφθαλμικός έλεγχος. 

Αν και η συγκεκριμένη πάθηση αφορά κάθε φωτότυπο, τα άτομα με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα που εμφανίζουν εύκολα υπεραιμία θεωρείται πως έχουν τις υψηλότερες πιθανότητες ανάπτυξής της. Η διάγνωση πραγματοποιείται συχνότερα στο γυναικείο φύλο, εντούτοις εκδηλώνεται με εντονότερα συμπτώματα στους άνδρες.

Διαφορές μεταξύ των δύο παθήσεων

Αν και αμφότερες οι καταστάσεις δύνανται να επιφέρουν ερυθρότητα και δερματική ενόχληση, παρουσιάζουν εντελώς ιδιαίτερα γνωρίσματα. 

Οι ερεθισμοί που αναπτύσσονται στο ευαίσθητο δέρμα είναι κατά κανόνα παροδικοί, ακαριαίοι, εκδηλώνονται σε οποιοδήποτε ανατομικό σημείο και συνήθως υποχωρούν σύντομα μετά την επαφή με το γενεσιουργό αίτιο.

Η ροδόχρους νόσος εντοπίζεται αποκλειστικά στην περιοχή του προσώπου, όπου το ερύθημα αποτυπώνεται συνήθως με μορφή πεταλούδας στην κεντρική μοίρα αυτής. Οι ενοχλήσεις παραμένουν σταθερές, χωρίς να εξαφανίζονται πλήρως ενδιάμεσα των υποτροπών, ενώ ενδέχεται να διαρκέσουν για εικοσιτετράωρα, εβδομάδες ή ακόμη και να παγιωθούν οριστικά ελλείψει αγωγής.

Τα ιατρικά δεδομένα που εξηγούν τη σύγχυση

Οι κλινικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει πως η δερματική υπερευαισθησία αποτελεί μια αυτόνομη κλινική οντότητα, αντί για μια απλή, ηπιότερη παραλλαγή της ροδόχρου νόσου.

Πρόσφατα στοιχεία από το Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Ιδρύματος George Washington προσφέρουν ενδείξεις που φανερώνουν ότι ο ευαίσθητος ιστός διαφέρει ριζικά ως προς τη βιολογική του ταυτότητα.

Η συγκεκριμένη εργασία, που παρουσιάστηκε στην Επιθεώρηση της Αμερικανικής Ακαδημίας Δερματολογίας, διερεύνησε κατά πόσο τα βασικά αίτια εκδήλωσης της ροδόχρου ακμής – όπως ο πολλαπλασιασμός του παρασίτου Demodex και η ενισχυμένη ενδογενής αμυντική απόκριση – πυροδοτούν τη δημιουργία ευαίσθητης επιδερμίδας.

Αποδείχθηκε ότι ο πληθυσμός του Demodex κυμαινόταν σε όμοια επίπεδα τόσο σε εθελοντές με ευερέθιστο όσο και με ανθεκτικό δέρμα. Δύο αμυντικά πεπτίδια που κανονικά εντοπίζονται σε υψηλές συγκεντρώσεις στη ροδόχρου νόσο – η καθελισιδίνη και η δερμσιδίνη – βρέθηκαν αισθητά μειωμένα στους πάσχοντες από υπερευαισθησία. Τα συμπεράσματα αυτά υποδεικνύουν πως οι φλεγμονώδεις διεργασίες που καθορίζουν τη ροδόχρου ακμή προφανώς δεν σχετίζονται με το ευαίσθητο δέρμα. Η συγκεκριμένη κατάσταση ακολουθεί τις δικές της ξεχωριστές οδούς εξέλιξης.

Αλληλοεπικάλυψη κλινικών ενδείξεων 

Η ταυτόχρονη εκδήλωση των δύο καταστάσεων είναι πιθανή. Οι πάσχοντες από ροδόχρου νόσο εμφανίζουν τακτικά αυξημένη ευπάθεια λόγω της φύσης του προβλήματός τους, δηλαδή ενδέχεται να παρουσιάσουν δυσανεξία σε σκευάσματα και προϊόντα που παλαιότερα γίνονταν ανεκτά, δημιουργώντας μια ατέρμονη αλληλουχία όπου οι ερεθισμοί της υπερευαισθησίας προκαλούν υποτροπές της ροδόχρου ακμής και η συγκεκριμένη ασθένεια καθιστά τον ιστό συνολικά πιο ευερέθιστο.

«Η βαθιά γνώση των δύο δερματικών καταστάσεων κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να διακοπεί αυτή η αλυσίδα. Τα σημάδια αμφοτέρων των δερματοπαθειών καταπολεμώνται αποκλειστικά μέσω της χρήσης των σωστών ιατρικών σχημάτων. Παραδείγματος χάριν, αγωγές που εστιάζουν στην έντονη δράση των πεπτιδίων και την καταστολή του παρασίτου Demodex σχεδόν ποτέ δεν βοηθούν τα άτομα με ευαίσθητο τύπο. Ούτε βέβαια η ενδυνάμωση της κεράτινης στοιβάδας και η εξισορρόπηση των τοπικών μικροοργανισμών επαρκούν για να αναστείλουν τις εκδηλώσεις της ροδόχρου νόσου.

Είναι απαραίτητη η ορθή κλινική ταυτοποίηση και θεραπευτική διαχείριση, προκειμένου να προληφθούν σφάλματα που θα αποτύγχαναν να ανακουφίσουν τους νοσούντες από τις ενοχλήσεις που βιώνουν», καταλήγει ο δρ Στάμου.

 

 

Exit mobile version